Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

KATΩ ΜΟΥΣΟΥΡΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΦΕΒ 2012 - ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ - Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού - Ναοί στο σχήμα του ουρανού και κορίτσια ωραία με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε! Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε! Φύγανε φύγανε ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά. Φύγανε φύγανε και βαθιά κάτω απ' το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας χαλίκι μαύρο και βροντές, η οργή των νεκρών και αργά στον άνεμο τρίζοντας εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά φοβερά των βράχων τ' αγάλματα

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Τραγούδι βασισμένο στην γνωστή παραλαγή του "άρρωστου ναύτη" - ΨΑΡΑΝΤΩΝΗΣ @ ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ - ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ - HD

ΔΗΜΟΤΙΚΟ - Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο - μωρέ ξένε μου - η ξενιτιά σε χαίρεται κι εγω 'χω τον καημό σου. Tι να σου στείλω ξένε μου ν'αυτού στα ξένα πού 'σαι μωρέ ξένε μου, ν' αυτού στα ξένα πού 'σαι; Σου στέλνω μήλο, σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει, σου στέλνω μοσχοστάφυλο, στο δρόμο σταφιδιάζει. Σου στέλνω και το δάκρυ μου σ' ένα φτενό μαντήλι, το δάκρυ μου 'ναι καφτερό και καίει το μαντήλι. - ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΟΥΛΙ - ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΛΛΗ ΚΟΣΜΑ - ΚΛΑΡΙΝΟ ΚΩΣΤΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ - ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ ΜΕΣΟΛΟΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΦΕΒ 2012..

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Ευανθία Κασσαβέτη - Λούρου (~1875- 4 Ιουλίου 1970) ήταν Ελληνίδα ζωγράφος

Γεννήθηκε το 1875 περίπου στην Αράχοβα της Ναυπακτίας και πέθανε στην Αθήνα (Ζωγράφου) την 4η Ιουλίου 1970. Έζησε κυρίως στο Μεσολόγγι, Πάτρα, Αθήνα. Επιδόθηκε στη ζωγραφική με ιδιαίτερη ένταση από το 1956 και μετά. Ήταν αυτοδίδακτη και η τεχνοτροπία της την εντάσσει στην κατηγορία των "ναΐφ" ζωγράφων. Πηγές έμπνευσής της είναι: ο καθημερινός σκληρός αγώνας των καπνοπαραγωγών στο χωριό του συζύγου της Κώστα Κασσαβέτη, τα Μούσουρα Μεσολογγίου, η φύση και οι ασχολίες των ανθρώπων του χωριού της και του Μεσολογγίου. Έχει μετάσχει σε πανελλήνιες εκθέσεις ζωγραφικής και έχει εκθέσει δύο φορές έργα της στην αίθουσα "Ζυγός

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Λευτεριά στους ανέμους ζητάω έχω πάψει να είμαι θνητός - ΗΛΙΟΣ - ΘΕΟΣ@ ΗΛΙΑΣ ΠΙΤΕΡΗΣ - HD - Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω έχω φίλο τον Ήλιο-Θεό με του αγέρα το νέκταρ μεθάω αγκαλιάζω και γη κι ουρανό. Και χωρίς τα φτερά δεν φοβάμαι το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι στο Αιγαίο να δίνω φιλιά. Λευτεριά στους ανέμους ζητάω έχω πάψει να είμαι θνητός ανεβαίνω ψηλά κι αγαπάω δίχως σώμα χρυσός αετός. Και χωρίς τα φτερά δεν φοβάμαι το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι στο Αιγαίο να δίνω φιλιά. Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω έχω φίλο τον Ήλιο-Θεό με του αγέρα το νέκταρ μεθάω αγκαλιάζω και γη κι ουρανό -


Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Το γραμμα βρεθηκε στην τσεπη του νεκρου μαχητη Ανδρεα από την Ρουμελη στην μαχη του Κιλκις(19-21 Ιουνίου 1913) - Βασιληκουλα σι χανο για την Πατριδα αυτό το χουριο που θελουμ να παρουμ του λεν Κιλκιδα

Ηνε τορα δυο μερες Αγαπημενη μου Βασιληκουλα που καμωμε πολεμο με αυτά τα παληοσκυλα μας βαρουνε πολι μι ουβιδες  χαθηκανε  πουλα πεδια θκαμας                                                                         
Παγ κι η Γιανςμας  τον πηρε ουβιδα του κεφαλτ .                                                                                        
Τορα περιμενομ σε μια ρεματια να ξαποστασουμ λιγουλακι κι σι γραφο .                                              
Βασιληκουλα σι χανο για τη  Πατριδα  αυτό το χουριο που θελουμ να παρουμ του λεν Κιλκιδα   κε λεν πως το μουσχαρη θα πλεξ στο εμα  εχο ένα εστημα πως κεγω θα παγο  να φαγο κουμαρα να βρο τον παπουλημ   αλλα να μη κλαψσ Βασιληκουλαμ   αμα ηνε για τι Πατριδα δακρια δεν εχ   κλαματα  μοναχα για οσοι   ψοφουν στο στρομα  θημαμε τι ελεγε κι Μητρος του παπουλ για τσεγναικες το παλιο κερο στη Σπαρτ η τας η επιτας .                                                                                                                                                  
Κλαματα δεν θελο ντροπης πραματα να σκουζτε για μας εδο τσβουλγαροχτον , εγκδιταδες ντιπ κι για ουλες τσατιμιες που πραξαν σταδελφια Μακεδονοι .                                                                                 
Μονο ένα κερι στην αγια Παρασκεβι φτανι  για διαθηκ ινε τα πεδακια μας  αμα μιγαλοσν να παν κιφτα στον  πολεμο στη Πολ μι τον βουλγαροχτονο βασιληα μας να μνιμονευσν τον ταφουμ μι εμα                     
Σι φιλο βασιληκουλαμ πολύ                                                                                                                   
για χαρα για την πατριδα                                                                                                                         
Απτό ρεμα Κιλκιδας Αντρεας                                                

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΩΝ


O Σπυρίδων Τρικούπης
Ο ιστορικός της Επαναστάσεως του 1821 Σπυρίδων Τρικούπης γεννήθηκε το 1788 και πέθανε το 1873. Λόγιος, διπλωμάτης και ιστορικός, υπήρξε μια πολυσχιδής φυσιογνωμία. Πήρε μέρος στην Επανάσταση του 1821 και μετά την Απελευθέρωση ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1828 τον διόρισε γραμματέα Επικρατείας, αξίωμα ισοδύναμο με το αξίωμα του πρωθυπουργού και υπουργό Εξωτερικών. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, διετέλεσε πρώτος πρωθυπουργός στο διάστημα της Αντιβασιλείας. Είναι αυτός που έπεισε τον Διονύσιο Σολωμό, να γράφει τα ποιήματά του στην ελληνική γλώσσα αντί της ιταλικής. Πρωταγωνίστησε στην έξωση του Όθωνα το 1862. Συνέταξε μάλιστα ο ίδιος το ψήφισμα της έκπτωσης του από το θρόνο της Ελλάδας.


Ο Ζηνόβιος Βάλβης
Ο Ζηνόβιος Βάλβης γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και αργότερα Νομικά στην Πίζα. Σταδιοδρόμησε στο δικαστικό κλάδο και μετά την Επανάσταση των Μακρυγιάννη- Καλλέργη το 1843 ήταν πληρεξούσιος Μεσολογγίου στην Α΄ Εθνική Συνέλευση. Στις εκλογές του 1844 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Μεσολογγίου. Το 1849 διορίσθηκε υπουργός Οικονομικών και το 1863 υπουργός Δικαιοσύνης και μετά την παραίτηση του Κωνσταντίνου Κανάρη ανέλαβε την πρωθυπουργία. Το 1864 του ανατέθηκε εκ νέου η πρωθυπουργία, που την κράτησε για τρεις μήνες. Πέθανε το 1866.


Ο Δημήτριος Βάλβης
Ο αδελφός του Δημήτριος Βάλβης γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1814. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στο Λιβόρνο και σπούδασε νομικά στη Πίζα. Σταδιοδρόμησε στο δικαστικό σώμα και το 1855 έγινε Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Το 1866 όταν οι στόλοι της Ευρώπης απέκλεισαν τα ελληνικά παράλια, η κυβέρνηση Θεόδωρου Δηλιγιάννη εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση. Τότε ο βασιλιάς Γεώργιος ανέθεσε στο Δημήτριο Βάλβη το σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης στις 30 Απριλίου 1866.


Ο Χαρίλαος Τρικούπης
Ο Μεσολογγίτης Χαρίλαος Τρικούπης γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1832. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και το Παρίσι και εισήλθε στο διπλωματικό σώμα. Με την πολιτική ασχολήθηκε το 1865, όταν εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Μεσολογγίου. Διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός, έξι φορές υπουργός Εξωτερικών, τρεις φορές υπουργός Εσωτερικών, έξι φορές υπουργός Οικονομικών και δύο φορές υπουργός Στρατιωτικών. Προώθησε αποφασιστικά τον εκσυγχρονισμό της Ελλάδας με μεγάλα έργα υποδομής. Θεωρείται ο πλέον ολοκληρωμένος Έλληνας πολιτικός του 19ου αιώνα. Πέθανε στις Κάννες το 1896.


Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης
Μεσολογγίτικης καταγωγής είναι και ο πέμπτος πρωθυπουργός, ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, που γεννήθηκε το 1829 στην Τρίπολη. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και σταδιοδρόμησε στη δικηγορία. Υπήρξε δραστήριος ως φοιτητής στις αντιοθωνικές κινητοποιήσεις και αργότερα πρωτοστάτησε στην έξωση του βασιλιά Όθωνα. Εξελέγη βουλευτής Μεσολογγίου για πρώτη φορά το 1859. Διετέλεσε υπουργός Δημόσιας Εκπαίδευσης, Εξωτερικών και Οικονομικών. Ανέλαβε την πρωθυπουργία δύο φορές το 1870 και για τρίτη φορά το 1876.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΣ - (Μεσολόγγι, 1857 - Αθήνα 24 Μαρτίου1935) ήταν Έλληνας στρατιωτικός που διετέλεσε αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία.




Κάπου στο Εσκί Σεχήρ
Ο Αρχιστράτηγος συνομιλεί με δύο αξιωματικούς.
Στα δεξιά του (αριστερά στη φωτογραφία ) ο 
Στρατηγός Γεώργιος Πολυμενάκος.

Ο Αναστάσιος Παπούλας (Μεσολόγγι, 1857 - Αθήνα 24 Μαρτίου1935) ήταν Έλληνας στρατιωτικός που διετέλεσε αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία.
Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι και ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία. Έλαβε μέρος στον πόλεμο του Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, στον Μακεδονικό αγώνα, στους Βαλκανικούς πολέμους και στην Μικρασιατική εκστρατεία. Υπήρξε αντίθετος με την επανάσταση στο Γουδί και τάχθηκε με το βασιλικό περιβάλλον. Το 1917 οργάνωσε, μετά την εκθρόνιση του βασιλιάΚωνσταντίνου, τα κινήματα της Θήβας και της Πελοπονήσσου και για τον λόγο αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο. Τελικά δεν εκτελέστηκε έπειτα απο προσωπική επέμβαση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Έμεινε έγκλειστος στις φυλακές του Ιτζεδδίν έως τον Νοέμβριο του 1920, οπότε και του ανατέθηκε απο την αντιβενιζελική κυβέρνηση η αρχιστρατηγία του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ηγήθηκε της εκστατείας προς το Σαγγάριο, που αποτέλεσε σημαντική καμπή για την πορεία του πολέμου.
Τον Μάϊο του 1922 αντικαταστάθηκε στην αρχιστρατηγία από τονΓεώργιο Χατζανέστη και αποστρατεύθηκε. Οι συζητήσεις για την αντικατάστασή του ή την παραμονή στην ηγεσία είχαν ξεκινήσει από τις αρχές Μαΐου καθώς την 15η Μαΐου θα έπρεπε να αποχωρήσει από το στράτευμα λόγω κατάληψης του ορίου ηλικίας. Η κυβέρνηση ήταν αρχικά θετική για την παραμονή του, όμως λόγω διαφωνίας που προέκυψε μεταξύ Στεργιάδη και Παπούλα για την τακτική στη Μικρά Ασία, ο τελευταίος υπέβαλε παραίτηση. Η κυβέρνηση έκανε δεκτή την παραίτηση του και τον αποστράτευσε με κύρια αιτιολογία την κατάληψη του ορίου ηλικίας του και ενώ πρίν είχε δημοσιεύσει στο ΦΕΚ την αντικατάστασή του από τον Χατζανέστη, γεγονός που εξόργισε τον Παπούλα. Με το ξέσπασμα της επαναστάσεως και τον ερχομό του στρατού στην Αθήνα ανέλαβε την εκπροσώπηση της κυβέρνησης στις συνομιλίες με την επαναστατική επιτροπή που έδρευε στο Λαύριο. Υπήρξε δε και ένας από τους επικρατέστερους για να αναλάβει τον πρωθυπουργικό θώκο από την επαναστατική επιτροπή, ιδέα που τελικώς απορρίφθηκε.
Κατά τη Δίκη των έξι, το Νοέμβριο του 1922, κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του Γεωργίου Χατζηανέστηπαρ'όλο που υπήρχε κίνδυνος να παραπεμφθεί και ο ίδιος σε δίκη. Υποστηρίζεται ότι πολλές ευθύνες που του αναλογούσαν τις επέρριψε στον διάδοχό του. Το 1935 συνελήφθη για τη συμμετοχή του στο αποτυχημένο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 των Πλαστήρα-Βενιζέλου, καταδικάστηκε σε θάνατο και τελικά εκτελέστηκε δια τουφεκισμού στις 24 Μαρτιου (άλλη πηγή αναφέρει τις 24 Απριλίου) του 1935 μαζί με τον αντιστράτηγοΜιλτιάδη Κοιμήση. Η εκτέλεσή του θεωρήθηκε ως εκδίκηση των αντιβενιζελικών στις εκτελέσεις των έξι το 1922.

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Aρχειακό υλικό από το χωριό μας τα Μούσουρα Μεσολογγίου Αιτωλοακαρνανίας

Άν έχετε αρχειακό υλικό από το χωριό μας τα Μούσουρα Μεσολογγίου Αιτωλοακαρνανίας στείλτε το στο  mousoura1@gmail.com και θα αναρτηθεί.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΣΤΟ Google Maps Panoramio ΔΕΣΤΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ

ΔΙΑΦΟΡΑ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ ΣΤΟ YouTube ΔΕΣΤΕ ΤΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2013

ΗΛΙΟΣ - ΘΕΟΣ @ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ - HD

.Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω
έχω φίλο τον Ήλιο Θεό
με του αγέρα το νέκταρ μεθάω
αγκαλιάζω και γη κι ουρανό.

Και χωρίς τα φτερά δεν φοβάμαι
το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά
στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι
στο Αιγαίο να δίνω φιλιά.

Λευτεριά στους ανέμους ζητάω
έχω πάψει να είμαι θνητός
ανεβαίνω ψηλά κι αγαπάω
δίχως σώμα χρυσός αετός.

Και χωρίς τα φτερά δεν φοβάμαι
το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά
στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι
στο Αιγαίο να δίνω φιλιά.

Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω
έχω φίλο τον Ήλιο Θεό
με του αγέρα το νέκταρ μεθάω
αγκαλιάζω και γη κι ουρανό.

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

ΚΑΤΩ ΜΟΥΣΟΥΡΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Μακρυγιάννης

«Αυτείνη την λευτερίαν δεν την ηύραμεν

εις το σοκάκι και δεν θα μπούμεν εύκολα

πίσου εις του αυγού το τζόφλιο·

ότι δεν είμαστε πουλάκι να χωρέσουμεν πίσου,

εγίναμε πουλί και δεν χωρούμεν».

 

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

ΚΑΤΩ ΜΟΥΣΟΥΡΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ


Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω - ΒΙΝΤΕΟ ΜΟΥΣΟΥΡΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ - HD

Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω
έχω φίλο τον Ήλιο Θεό
με του αγέρα το νέκταρ μεθάω
αγκαλιάζω και γη κι ουρανό.

Και χωρίς τα φτερά δεν φοβάμαι
το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά
στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι
στο Αιγαίο να δίνω φιλιά.

Λευτεριά στους ανέμους ζητάω
έχω πάψει να είμαι θνητός
ανεβαίνω ψηλά κι αγαπάω
δίχως σώμα χρυσός αετός.

Και χωρίς τα φτερά δεν φοβάμαι
το γαλάζιο ζεστή αγκαλιά
στα ψηλά τα βουνά να κοιμάμαι
στο Αιγαίο να δίνω φιλιά.

Σαν το σύννεφο φεύγω πετάω
έχω φίλο τον Ήλιο Θεό
με του αγέρα το νέκταρ μεθάω
αγκαλιάζω και γη κι ουρανό.

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΜΕ ΦΥΣΙΚΟ ΗΧΟ - ΑΜΠΕΛΙΑ - ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ ΑΙ ΝΙΚΟΛΑ ΤΗΝ 08 ΙΟΥΛΙΟΥ 2008 - ΜΟΥΣΙΚΗ ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΑΡΛΑΣ - ΞΕΡΟΛΑΓΚΑΔΟ - Παραδοσιακό τραγούδι της Ρούμελης (Στερεάς Ελλάδας), Οι στίχοι: Λαγκάδι ξερολάγκαδο, λαγκάδι , μι την κατηβασιά σου ρούσα κόρη τα μαλλιά σου. Ποτέ δε σι θυμήθηκα, λαγκάδι , να κατηβάσεις τόσο κόρη μου να σ' ανταμώσου. Σέρνεις λιθάρια ριζιμιά, λαγκάδι , δέντρα ξιριζουμένα συ 'σι μάτια μου για μένα. Σέρνεις κι μια γλυκομηλιά, λαγκάδι , τα μήλα φουρτουμένη κόρη μ' αρραβωνιασμένη.

ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΤΗΝ 05 ΦΕΒ 2012 - ΜΟΥΣΙΚΗ ΨΑΡΑΝΤΩΝΗΣ - ΣΚΟΥΛΑΣ - ΣΥΝΝΕΦΙΑΜΕΝΕ ΜΟΥ ΟΥΡΑΝΕ - HD - συννεφιασμένε ουρανέ όντε βροντάς και βρέχεις την ίδια παραπόνεση με την καρδιά μου έχεις... . . συννεφιασμένε ουρανέ και συ καημό θα ν' έχεις και ει ν' οι βροντές σου στεναγμοί το δάκρυ σου οντε βρέχεις...

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Νικηταράς ο Τουρκοφάγος - Ένα άγνωστο, μα αρκετά διδακτικό περιστατικό για την Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της

 


ΝικηταράςΟ Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικηταράς ή Τουρκοφάγος, ήταν ένας απ' τους μεγαλύτερους ήρωες της Επανάστασης του 1821. Ως γνωστόν, οι πολιτικές έριδες, το κομματικά πάθη και τα κάθε είδους συμφέροντα της εποχής που ακολούθησαν την Απελευθέρωση, δημιούργησαν ένα νοσηρό κλίμα στα πλαίσια του οποίου, αρκετοί ήρωες που έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα, κατέληξαν να οδηγούνται στο περιθώριο και τη φυλακή (όπως ο Κολοκοτρώνης). Ένας απ' αυτούς τους ήρωες, που είχαν αυτή την «τύχη» ήταν κι ο Νικηταράς, ο οποίος έκανε «θητεία» αρχικά στο Παλαμήδι και στην συνέχεια στις φυλακές τις Αίγινας, βάσει ανυπόστατων κατηγοριών περί συνωμοσίας εναντίων του βασιλιά Όθωνα.


Αναφέρεται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, το οποίο αναδεικνύει το ήθος αυτού του ήρωα και στον αντίποδα την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του κράτους.
Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς το 1841, ήταν τόσο φτωχός που κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά. Η πενιχρή σύνταξη που έπαιρνε, χάριν μια θέσης γερουσιαστή που του εδόθη, δεν έφτανε «ούτε για ζήτω». Η αρμόδια αρχή η οποία χορηγούσε θέσεις επαιτείας, είχε ορίσει μια ορισμένη μέρα στον ήρωα επαίτη μια θέση μια μέρα της εβδομάδος κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπε(!) να επαιτεί κάθε Παρασκευή!
Όταν αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβη Μεγάλης Δύναμης, αυτός απεστάλη από την κυβέρνηση του στο σημείο όπου επαιτούσε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.
- Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ο ξένος.
- Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα, απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.
- Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθισμένος στον δρόμο; επέμενε ο ξένος.
- Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος, απάντησε περήφανα ο Νικηταράς.
Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες.
Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!».
Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1849, ο γενναίος και έντιμος αυτός ήρωας, πεθαίνει ξεχασμένος και πάμφτωχος.

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

«Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».

«Ψωροκώσταινα» λέμε σήμερα, όταν θέλουμε να περιγράψουμε την ανέχεια και τη φτώχεια και ειδικότερα όταν θέλουμε να καταδείξουμε κάποιον ή κάτι ως τον «φτωχό συγγενή» ενός συνόλου, ή με άλλα λόγια τον «τελευταίο τροχό της αμάξης». Στις μέρες μας, συνήθως χρησιμοποιούμε απαξιωτικά αυτή τη λέξη όταν θέλουμε να περιγράψουμε μια κακόμοιρη, υποχωρητική, ανοργάνωτη, αδύναμη και φτωχή Ελλάδα της νεότερης ιστορίας.
Πόσοι όμως γνωρίζουν ότι η Ψωροκώσταινα, ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο της νεοελληνικής ιστορίας και μάλιστα μια ηρωική και αξιέπαινη γυναίκα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 κι ότι αυτός ο χαρακτηρισμός την αδικεί, καθώς αφιέρωσε τη ζωή της στην υπηρεσία της πατρίδος;
Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανωραία Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με πολύ περιουσία. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ' ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. Τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά λοιπόν, πάνφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν.
Η Πανωραία σύντομα άφησε τα Ψαρά και πήγε στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, το Ναύπλιο. Εκεί την ακολούθησε κι εγκαταστάθηκε και ο Λέσβιος. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, αφού ζούσε από τις υπηρεσίες τις οποίες προσφέρει στον δάσκαλο και φιλόσοφο Βενιαμίν Λέσβιο, ο οποίος παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει. Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρια άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας τον αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.
Την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες αρφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.
Το 1826 έγινε έρανος στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά ποιος είχε και ποιος θα έδινε από αυτό το φτωχομάνι; Κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι, όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανωραία, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι από το δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».
Ύστερα απ' αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή πέφταν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η συνέχεια της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε «επίσημα» πλέον, με το παρατσούκλι «Ψωροκώσταινα».
Η πλύστρα Πανωραία όμως, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών και όταν ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο προσφέρθηκε γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις, να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.
Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία.
[Για το πώς η Ψωροκώσταινα έγινε «σύμβολο» υπάρχει και μια άλλη εκδοχή, η οποία μάλλον οφείλεται στην αγάπη που έτρεφε ο απλός κόσμος για την Πανώρια. Σύμφωνα με αυτήν, η Ψωροκώσταινα, όπως την έλεγαν λόγω της φτώχειας της, ήταν σύζυγος αγωνιστή. Δεν είχε καμία βοήθεια από πουθενά και ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Κάποια στιγμή την είδε ο Καποδίστριας και της έδωσε κάτι. Τότε εκείνη, κατανοώντας το οικονομικό αδιέξοδο της χώρας, έδωσε στον κυβερνήτη όσα χρήματα είχε συγκεντρώσει. Ο Καποδίστριας συγκινήθηκε από τη χειρονομία και έδωσε εντολή να συνταξιοδοτηθεί.]
Πως όμως έγινε πανελλήνια γνωστό το παρατσούκλι της Πανωραίας;
Στην εποχή του Καποδίστρια σε μια συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος παρομοίασε το Ελληνικό Δημόσιο με την Ψωροκώσταινα. Ο συσχετισμός «άρεσε» και κάθε φορά που αναφερόντουσαν στο θέμα του Δημοσίου το ονόμαζαν «Ψωροκώσταινα». Λίγο αργότερα όταν ανέλαβαν την εξουσία οι Βαυαροί και διέλυσαν τα άτακτα στρατιωτικά τμήματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, η φράση «Τι να περιμένει κανείς από την Ψωροκώσταινα;» πέρασε στην ιστορία. Οι αγωνιστές αποκαλούσαν την αντιβασιλεία ειρωνικά «Ψωροκώσταινα» και οι Βαυαροί από την πλευρά τους όταν ήθελαν να απαντήσουν σε όσους ζητούσαν τη βοήθεια του κράτους για να συντηρηθούν έλεγαν περιφρονητικά: «Όλοι από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν». Το «παρατσούκλι» το οποίο απέδιδε με μοναδική ευστοχία την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας, από τότε και έως τις ημέρες μας αναφέρεται συχνά.
Μάλιστα το 1942, κατά τη συνεδρίαση της πρώτης Βουλής κάποιος βουλευτής χαρακτήρισε και πάλι την Ελλάδα Ψωροκώσταινα. Όλοι είχαν αποδεχθεί πλέον τον χαρακτηρισμό. Έναν περιφρονητικό χαρακτηρισμό τον οποίο έχουν αποδεχθεί και οι σημερινοί πολιτικοί. Χαρακτηρισμός, που όσοι γνωρίζουν την ιστορία, δεν τους θίγει, διότι η Ψωροκώσταινα θα έπρεπε να ονομαζόταν Λεβεντοκώσταινα.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ - ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ - HD

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2013

Ύμνος εις την Ελευθερίαν

Ύμνος εις την Ελευθερίαν

Εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης του 1825 με τόπο έκδοσης το Μεσολόγγι.
Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν είναι ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός το 1823, τμήμα του οποίου αποτελεί τον εθνικό ύμνος της Ελλάδας (από το 1865)1
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
2
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
3
Ἐκεῖ μέσα ἐκατοικοῦσες
πικραμένη, ἐντροπαλή,
κι ἕνα στόμα ἀκαρτεροῦσες,
«ἔλα πάλι», νὰ σοῦ πῇ.
4
Ἄργειε νά ῾λθη ἐκείνη ἡ μέρα
κι ἦταν ὅλα σιωπηλά,
γιατὶ τά ῾σκιαζε ἡ φοβέρα
καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου ἔμεινε νὰ λὲς
περασμένα μεγαλεῖα
καὶ διηγώντας τα νὰ κλαῖς.
6
Καὶ ἀκαρτέρει, καὶ ἀκαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ἕνα ἐκτύπαε τ᾿ ἄλλο χέρι
ἀπὸ τὴν ἀπελπισιά,
7
κι ἔλεες «πότε, ἅ! πότε βγάνω
τὸ κεφάλι ἀπὸ τς ἐρμιές;»
Καὶ ἀποκρίνοντο ἀπὸ πάνω
κλάψες, ἅλυσες, φωνές.
8
Τότε ἐσήκωνες τὸ βλέμμα
μὲς στὰ κλάιματα θολό,
καὶ εἰς τὸ ροῦχο σου ἔσταζ᾿ αἷμα
πλῆθος αἷμα ἑλληνικό.
9
Μὲ τὰ ροῦχα αἱματωμένα
ξέρω ὅτι ἔβγαινες κρυφὰ
νὰ γυρεύῃς εἰς τὰ ξένα
ἄλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή,
δὲν εἶν᾿ εὔκολες οἱ θύρες,
ἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῆ.
11
Ἄλλος σου ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια
ἀλλ᾿ ἀνάσασιν καμιὰ
ἄλλος σοῦ ἔταξε βοήθεια
καὶ σὲ γέλασε φρικτά.
12
Ἄλλοι, ὀϊμέ! στὴ συμφορά σου,
ὅπου ἐχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ῾βρης τὰ παιδιά σου,
σύρε», ἐλέγαν οἱ σκληροί.
13
Φεύγει ὀπίσω τὸ ποδάρι
καὶ ὁλογλήγορο πατεῖ
ἢ τὴν πέτρα ἢ τὸ χορτάρι
ποὺ τὴ δόξα σου ἐνθυμεῖ.
14
Ταπεινότατή σου γέρνει
ἡ τρισάθλια κεφαλή,
σὰν πτωχοῦ ποὺ θυροδέρνει
κι εἶναι βάρος του ἡ ζωή.
15
Ναί· ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανή!
16
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
17
Μόλις εἶδε τὴν ὁρμή σου
ὁ οὐρανός, ποὺ γιὰ τ᾿ς ἐχθροὺς
εἰς τὴ γῆ τὴ μητρική σου
ἔτρεφ᾿ ἄνθια καὶ καρπούς,
18
ἐγαλήνευσε καὶ ἐχύθη
καταχθόνια μία βοὴ
καὶ τοῦ Ρήγα σου ἀπεκρίθη
πολεμόκραχτη ἡ φωνὴ1
19
ὅλοι οἱ τόποι σου σ᾿ ἐκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν,
ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά.
20
Ἐφωνάξανε ὡς τ᾿ ἀστέρια
τοῦ Ἰονίου καὶ τὰ νησιά,
καὶ ἐσηκώσανε τὰ χέρια,
γιὰ νὰ δείξουνε χαρά,
21
μ᾿ ὅλον πού ῾ναι ἁλυσωμένο
τὸ καθένα τεχνικὰ
καὶ εἰς τὸ μέτωπο γραμμένο
ἔχει: ψεύτρα Ἐλευθεριά.
22
Γκαρδιακὰ χαροποιήθη
καὶ τοῦ Βάσιγκτον ἡ γῆ
καὶ τὰ σίδερα ἐνθυμήθη
ποῦ τὴν ἔδεναν κι αὐτή.
23
Ἀπ᾿ τὸν πύργο του φωνάζει,
σὰ νὰ λέῃ «σὲ χαιρετῶ»,
καὶ τὴ χήτη του τινάζει
τὸ Λεοντάρι τὸ Ἰσπανό.
24
Ἐλαφιάσθη τῆς Ἀγγλίας
τὸ θηρίο καὶ σέρνει εὐθὺς
κατὰ τ᾿ ἄκρα τῆς Ῥουσίας
τὰ μουγκρίσματα τ᾿ς ὀργῆς.
25
Εἰς τὸ κίνημά του δείχνει
πὼς τὰ μέλη εἶν᾿ δυνατὰ
καὶ στοῦ Αἰγαίου τὸ κῦμα ρίχνει
μία σπιθόβολη ματιά.
26
Σὲ ξανοίγει ἀπὸ τὰ νέφη
καὶ τὸ μάτι τοῦ Ἀετοῦ,
ποὺ φτερὰ καὶ νύχια θρέφει
μὲ τὰ σπλάχνα τοῦ Ἰταλοῦ·
27
καὶ σ᾿ ἐσὲ καταγειρμένος,
γιατὶ πάντα σὲ μισεῖ,
ἔκρωζ᾿, ἔκρωζε ὁ σκασμένος,
νὰ σὲ βλάψῃ, ἂν ἠμπορῇ.
28
Ἄλλο ἐσὺ δὲν συλλογιέσαι
πάρεξ ποὺ θὰ πρωτοπᾷς
δὲν μιλεῖς καὶ δὲν κουνιέσαι
στὲς βρισίες ὅπου ἀγρικᾷς·
29
σὰν τὸ βράχον ὅπου ἀφήνει
κάθε ἀκάθαρτο νερὸ
εἰς τὰ πόδια του νὰ χύνῃ
εὐκολόσβηστον ἀφρό,
30
ὅπου ἀφήνει ἀνεμοζάλη
καὶ χαλάζι καὶ βροχὴ
νὰ τοῦ δέρνουν τὴ μεγάλη,
τὴν αἰώνια κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ὢ δυστυχιά του,
ὁποιανοῦ θέλει βρεθῆ
στὸ μαχαῖρι σου ἀποκάτου
καὶ σ᾿ ἐκεῖνο ἀντισταθῇ.
32
Τὸ θηρίο, π᾿ ἀνανογιέται
πῶς τοῦ λείπουν τὰ μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αἷμα ἀνθρώπινο διψᾷ.
33
Τρέχει, τρέχει ὅλα τὰ δάση,
τὰ λαγκάδια, τὰ βουνά,
καὶ ὅπου φθάση, ὅπου περάσῃ
φρίκη, θάνατος, ἐρμιά·
34
ἐρμιά, θάνατος καὶ φρίκη,
ὅπου ἐπέρασες κι ἐσύ·
ξίφος ἔξω ἀπὸ τὴν θήκη
πλέον ἀνδρείαν σοῦ προξενεῖ.
35
Ἰδοὺ ἐμπρός σου ὁ τοῖχος στέκει
τῆς ἀθλίας Τριπολιτσᾶς·
τώρα τρόμου ἀστροπελέκι
νὰ τῆς ρίψῃς πιθυμᾶς.
36
Μεγαλόψυχο τὸ μάτι
δείχνει πάντα ὅπως νικεῖ,
καὶ ἂς εἶναι ἅρματα γεμάτη
καὶ πολέμιαν χλαλοή.
37
Σοὺ προβαίνουνε καὶ τρίζουν,
γιὰ νὰ ἰδῆς πὼς εἶν᾿ πολλὰ
δὲν ἀκοῦς ποὺ φοβερίζουν
ἄνδρες μύριοι καὶ παιδιά;2
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θὰ σᾶς μείνουνε ἀνοιχτά,
γιὰ νὰ κλαύσετε τὰ σώματα,
ποὺ θὲ ναὔρῃ ἡ συμφορά.
39
Κατεβαίνουνε, καὶ ἀνάφτει
τοῦ πολέμου ἀναλαμπή·
τὸ τουφέκι ἀνάβει, ἀστράφτει,
λάμπει, κόφτει τὸ σπαθί.
40
Γιατί ἡ μάχη ἐστάθη ὀλίγη;
λίγα τὰ αἵματα γιατί;
τὸν ἐχθρὸ θωρῶ νὰ φύγῃ
καὶ στὸ κάστρο ν᾿ ἀνεβῇ.3
41
Μέτρα! εἶν᾿ ἄπειροι οἱ φευγάτοι,
ὁποὺ φεύγοντας δειλιοῦν·
τὰ λαβώματα στὴν πλάτη
δέχοντ᾿, ὥστε ν᾿ ἀνεβοῦν.
42
Ἐκεῖ μέσα ἀκαρτερεῖτε
τὴν ἀφεύγατη φθορά·
νά, σᾶς φθάνει· ἀποκριθῆτε
στῆς νυκτὸς τὴ σκοτεινιά.4
43
Ἀποκρίνονται, καὶ ἡ μάχη
ἔτσι ἀρχίζει, ὅπου μακριὰ
ἀπὸ ράχη ἐκεῖ σὲ ράχη
ἀντιβούιζε φοβερά.
44
Ἀκούω κούφια τὰ τουφέκια,
ἀκούω σμίξιμο σπαθιῶν,
ἀκούω ξύλα, ἀκούω πελέκια,
ἀκούω τρίξιμο δοντιῶν.
45
Ἄ! τί νύκτα ἦταν ἐκείνη
ποὺ τὴν τρέμει ὁ λογισμός;
Ἄλλος ὕπνος δὲν ἐγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Τῆς σκηνῆς ἡ ὥρα, ὁ τόπος,
οἱ κραυγές, ἡ ταραχή,
ὁ σκληρόψυχος ὁ τρόπος
τοῦ πολέμου, καὶ οἱ καπνοί,
47
καὶ οἱ βροντές, καὶ τὸ σκοτάδι,
ὅπου ἀντίσκοφτε ἡ φωτιά,
ἐπαράσταιναν τὸν ᾅδη
ποῦ ἀκαρτέρειε τὰ σκυλιά·
48
τ᾿ ἀκαρτέρειε. ἐφαίνοντ᾿ ἴσκιοι
ἀναρίθμητοι γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ἀκόμη εἰς τὸ βυζί.
49
Ὅλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη ἡ ἐντάφια συντροφιά,
σὰν τὸ ροῦχο ὁποὺσκεπάζει
τὰ κρεββάτια τὰ στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ἀνταμωμένοι
ἐπετιοῦντο ἀπὸ τὴ γῆ,
ὅσοι εἶν᾿ ἄδικα σφαγμένοι
ἀπὸ τούρκικην ὀργή.
51
Τόσα πέφτουνε τὰ θέρι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ᾿ αὐτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν᾿ ἄστρο,
καὶ ἀναδεύοντο μαζί,
ἀναβαίνοντας τὸ κάστρο
μὲ νεκρώσιμη σιωπή.
53
Ἔτσι χάμου εἰς τὴν πεδιάδα,
μὲς στὸ δάσος τὸ πυκνό,
ὅταν στέλνῃ μίαν ἀχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
ἐὰν οἱ ἄνεμοι μὲς στ᾿ ἄδεια
τὰ κλαδιὰ μουγκοφυσοῦν,
σειοῦνται, σειοῦνται τὰ μαυράδια,
ὅπου οἱ κλῶνοι ἀντικτυποῦν.
55
Μὲ τὰ μάτια τους γυρεύουν
ὅπου εἶν᾿ αἵματα πηχτά,
καὶ μὲς στ᾿ αἵματα χορεύουν
μὲ βρυχίσματα βραχνά,
56
καὶ χορεύοντας μανίζουν
εἰς τοὺς Ἕλληνας κοντά,
καὶ τὰ στήθια τους ἐγγίζουν
μὲ τὰ χέρια τὰ ψυχρά.
57
Ἐκειὸ τὸ ἔγγισμα πηγαίνει
βαθιὰ μὲς στὰ σωθικά,
ὅθεν ὅλη ἡ λύπη βγαίνει,
καὶ ἄκρα αἰσθάνονται ἀσπλαχνιά.
58
Τότε αὐξαίνει τοῦ πολέμου
ὁ χορὸς τρομακτικά,
σὰν τὸ σκόρπισμα τοῦ ἀνέμου
στοῦ πελάου τὴ μοναξιά.
59
Κτυποῦν ὅλοι ἀπάνου κάτου·
κάθε κτύπημα ποὺ ἐβγῇ
εἶναι κτύπημα θανάτου,
χωρὶς νὰ δευτερωθῇ.
60
Κάθε σῶμα ἱδρώνει, ρέει
λὲς καὶ ἐκεῖθεν ἡ ψυχὴ
ἀπ᾿ τὸ μῖσος ποὺ τὴν καίει
πολεμάει νὰ πεταχθῇ.
61
Τῆς καρδίας κτυπίες βροντᾶνε
μὲς στὰ στήθια τους ἀργά,
καὶ τὰ χέρια ὁποὺ χουμᾶνε
περισσότερο εἶν᾿ γοργά.
62
Οὐρανὸς γι᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι,
οὐδὲ πέλαο, οὐδὲ γῆ·
γι᾿ αὐτοὺς ὅλους τὸ πᾶν εἶναι
μαζωμένο ἀντάμα ἐκεῖ.
63
Τόση ἡ μάνητα καὶ ἡ ζάλη,
ποὺ στοχάζεσαι, μὴ πὼς
ἀπὸ μία μεριὰ καὶ ἀπ᾿ ἄλλη
δὲν μείνῃ ἕνας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια ἀπελπισμένα
πῶς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
καὶ παλάσκες καὶ σπαθία
μὲ ὁλοσκόρπιστα μυαλά,
καὶ μὲ ὁλόσχιστα κρανία
σωθικὰ λαχταριστά.
66
Προσοχὴ καμία δὲν κάνει
κανείς, ὄχι, εἰς τὴ σφαγὴ
πᾶνε πάντα ἐμπρός. Ὤ! φθάνει,
φθάνει ἕως πότε οἱ σκοτωμοί;
67
Ποῖος ἀφήνει ἐκεῖ τὸν τόπο,
πάρεξ ὅταν ξαπλωθῇ;
Δὲν αἰσθάνονται τὸν κόπο
καὶ λὲς κι εἶναι εἰς τὴν ἀρχή.
68
Ὀλιγόστευαν οἱ σκύλοι,
καὶ «Ἀλλά» ἐφώναζαν, «Ἀλλά»
καὶ τῶν χριστιανῶν τὰ χείλη
«φωτιά» ἐφώναζαν, «φωτιά».
69
Λεονταρόψυχα ἐκτυπιοῦντο,
πάντα ἐφώναζαν «φωτιά»,
καὶ οἱ μιαροὶ κατασκορπιοῦντο,
πάντα σκούζοντας «Ἀλλά».
70
Παντοῦ φόβος καὶ τρομάρα
καὶ φωνὲς καὶ στεναγμοί·
παντοῦ κλάψα, παντοῦ ἀντάρα,
καὶ παντοῦ ξεψυχισμοί.
71
Ἦταν τόσοι! πλέον τὸ βόλι
εἰς τ᾿ αὐτιὰ δὲν τοὺς λαλεῖ.
Ὅλοι χάμου ἐκείτοντ᾿ ὅλοι
εἰς τὴν τέταρτην αὐγή.
72
Σὰν ποτάμι τὸ αἷμα ἐγίνη
καὶ κυλάει στὴ λαγκαδιά,
καὶ τὸ ἀθῷο χόρτο πίνει
αἷμα ἀντὶς γιὰ τὴ δροσιά.
73
Τῆς αὐγῆς δροσάτο ἀέρι,
δὲν φυσᾷς τώρα ἐσὺ πλιὸ
στῶν ψευδόπιστων τὸ ἀστέρι5
φύσα, φύσα εἰς τὸ Σταυρό.
74
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
75
Τῆς Κορίνθου ἰδοὺ καὶ οἱ κάμποι
δὲν λάμπ᾿ ἥλιος μοναχὰ
εἰς τοὺς πλάτανους, δὲν λάμπει
εἰς τ᾿ ἀμπέλια, εἰς τὰ νερά·
76
εἰς τὸν ἥσυχον αἰθέρα
τώρα ἀθῴα δὲν ἀντηχεῖ
τὰ λαλήματα ἡ φλογέρα,
τὰ βελάσματα τὸ ἀρνί·
77
τρέχουν ἅρματα χιλιάδες
σὰν τὸ κῦμα εἰς τὸ γιαλὸ
ἀλλ᾿ οἱ ἀνδρεῖοι παλικαράδες
δὲν ψηφοῦν τὸν ἀριθμό.
78
Ὢ τρακόσιοι! σηκωθῆτε
καὶ ξανάλθετε σ᾿ ἐμᾶς·
τὰ παιδιά σας θέλ᾿ ἰδῆτε
πόσο μοιάζουνε μ᾿ ἐσᾶς.
79
Ὅλοι ἐκεῖνοι τὰ φοβοῦνται,
καὶ μὲ πάτημα τυφλὸ
εἰς τὴν Κόρινθο ἀποκλειοῦνται
κι ὅλοι χάνουνται ἀπ᾿ ἐδῶ.
80
Στέλνει ὁ ἄγγελος τοῦ ὀλέθρου
πεῖναν καὶ θανατικὸ
ποῦ σὲ σχῆμα ἑνὸς σκελέθρου
περπατοῦν ἀντάμα οἱ δυό·
81
καὶ πεσμένα εἰς τὰ χορτάρια
ἀπεθαίνανε παντοῦ
τὰ θλιμμένα ἀπομεινάρια
τῆς φυγῆς καὶ τοῦ χαμοῦ.
82
Καὶ ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία,
ποῦ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς,
εἰς τὸν κάμπο, Ἐλευθερία,
ματωμένη περπατεῖς.
83
Στὴ σκιὰ χεροπιασμένες,6
στὴ σκιὰ βλέπω κι ἐγὼ
κρινοδάκτυλες παρθένες,
ὅπου κάνουνε χορό·
84
στὸ χορὸ γλυκογυρίζουν
ὡραία μάτια ἐρωτικά,
καὶ εἰς τὴν αὔρα κυματίζουν
μαῦρα, ὁλόχρυσα μαλλιά.
85
H ψυχή μου ἀναγαλλιάζει
πὼς ὁ κόρφος καθεμιᾶς
γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει
γάλα ἀνδρείας καὶ ἐλευθεριᾶς.
86
Μὲς στὰ χόρτα, τὰ λουλούδια,
τὸ ποτήρι δὲν βαστῶ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σὰν τὸν Πίνδαρο ἐκφωνῶ.
87
Ἀπ᾿ τὰ κόκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!
88
Πῆγες εἰς τὸ Μεσολόγγι
τὴν ἡμέρα τοῦ Χριστοῦ,
μέρα ποὺ ἄνθισαν οἱ λόγγοι7
γιὰ τὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ.
89
Σοὖλθε ἐμπρὸς λαμποκοπώντας
ἡ Θρησκεία μ᾿ ἕνα σταυρὸ
καὶ τὸ δάκτυλο κινώντας
ὅπου ἀνεῖ τὸν οὐρανό,
90
«σ᾿ αὐτό», ἐφώναξε, «τὸ χῶμα
στάσου ὁλόρθη, Ἐλευθεριά»·
καὶ φιλώντας σου τὸ στόμα
μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά.8
91
Εἰς τὴν τράπεζα σιμώνει,
καὶ τὸ σύγνεφο τὸ ἀχνὸ
γύρω γύρω της πυκνώνει
ποὺ σκορπάει τὸ θυμιατό.
92
Ἀγρικάει τὴν ψαλμῳδία
ὁποὺ ἐδίδαξεν αὐτή·
βλέπει τὴ φωταγωγία
στοὺς ἁγίους ἐμπρὸς χυτή.
93
Ποιοὶ εἶν᾿ αὐτοὶ ποὺ πλησιάζουν
μὲ πολλὴ ποδοβολή,
κι ἅρματ᾿, ἅρματα ταράζουν;
Ἐπετάχτηκες Ἐσύ.
94
Ἄ! τὸ φῶς, ποὺ σὲ στολίζει
σὰν ἡλίου φεγγοβολὴ
καὶ μακρόθεν σπινθηρίζει,
δὲν εἶναι, ὄχι, ἀπὸ τὴ γῆ·
95
λάμψιν ἔχει ὅλη φλογώδη
χεῖλος, μέτωπο, ὀφθαλμός·
φῶς τὸ χέρι, φῶς τὸ πόδι,
κι ὅλα γύρω σου εἶναι φῶς.
96
Τὸ σπαθί σου ἀντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατᾷς,
σὰν τὸν πύργο μεγαλώνεις,
καὶ εἰς τὸ τέταρτο κτυπᾷς·
97
μὲ φωνὴ ποὺ καταπείθει
προχωρώντας ὁμιλεῖς·
«Σήμερ᾿, ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».
98
Αὐτὸς λέγει… «Ἀφοκρασθῆτε
Ἐγὼ εἶμ᾿ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·9
πέστε, ποῦ θ᾿ ἀποκρυφθῆτε
ἐσεῖς ὅλοι, ἂν ὀργισθῶ;
99
»Φλόγα ἀκοίμητήν σας βρέχω,
ποὺ μ᾿ αὐτὴν ἂν συγκριθῇ
κείνη ἡ κάτω ὅπου σας ἔχω
σὰν δροσιὰ θέλει βρεθῇ.
100
»Κατατρώγει, ὡσὰν τὴ σχίζα,
τόπους ἄμετρα ὑψηλούς,
χῶρες, ὅρη ἀπὸ τὴ ρίζα,
ζῷα καὶ δένδρα καὶ θνητούς,
101
»καὶ τὸ πᾶν τὸ κατακαίει,
καὶ δὲν σῴζεται πνοή,
πάρεξ τοῦ ἀνέμου ποὺ πνέει
μὲς στὴ στάχτη τὴ λεπτή».
102
Κάποιος ἤθελε ἐρωτήσει:
τοῦ θυμοῦ του εἶσαι ἀδελφή;
Ποῖος εἶν᾿ ἄξιος νὰ νικήσῃ
ἢ μ᾿ ἐσὲ νὰ μετρηθῆ;
103
H γῆ αἰσθάνεται τὴν τόση
τοῦ χεριοῦ σου ἀνδραγαθιά,
ποὺ ὅλην θέλει θανατώσῃ
τὴ μισόχριστη σπορά.
104
Τὴν αἰσθάνονται, καὶ ἀφρίζουν
τὰ νερά, καὶ τ᾿ ἀγρικῶ
δυνατὰ νὰ μουρμουρίζουν
σὰν νὰ ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, ποὺ πάτε
τοῦ Ἀχελῴου μὲς στὴ ροή,10
καὶ πιδέξια πολεμᾶτε
ἀπὸ τὴν καταδρομὴ
106
ν᾿ ἀποφύγετε! τὸ κῦμα
ἔγινε ὅλο φουσκωτό·
ἐκεῖ εὐρήκατε τὸ μνῆμα
πρὶν νὰ εὐρῆτε ἀφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας ἐχθροῦ,
καὶ τὸ ρεῦμα γαργαρίζει
τὲς βλασφήμιες τοῦ θυμοῦ.
108
Σφαλερὰ τετραποδίζουν
πλῆθος ἄλογα, καὶ ὀρθὰ
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
καὶ πατοῦν εἰς τὰ κορμιά.
109
Ποῖος στὸν σύντροφον ἁπλώνει
χέρι, ὡσὰν νὰ βοηθηθῇ·
ποῖος τὴ σάρκα του δαγκώνει,
ὅσο ὅπου νὰ νεκρωθῇ·
110
κεφαλὲς ἀπελπισμένες
μὲ τὰ μάτια πεταχτά,
κατὰ τ᾿ ἄστρα σηκωμένες
γιὰ τὴν ὕστερη φορά.
111
Σβηέται -αὐξαίνοντας ἡ πρώτη
τοῦ Ἀχελῴου νεροσυρμή-
τὸ χλιμίτρισμα, καὶ οἱ κρότοι
καὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ γογγυσμοί.
112
Ἔτσι ν᾿ ἄκουα νὰ βουίξῃ
τὸν βαθὺν Ὠκεανό,
καὶ στὸ κῦμα του νὰ πνίξῃ
κάθε σπέρμα Ἀγαρηνό·
113
Καὶ ἐκεῖ ποὖναι ἡ Ἁγία Σοφία,
μὲς στοὺς λόφους τοὺς ἑπτά,
ὅλα τ᾿ ἄψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα νὰ τὰ σπρώξῃ
ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ,
κι ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ τὰ μαζώξῃ
ὁ ἀδελφός του Φεγγαριοῦ.11
115
Κάθε πέτρα μνῆμα ἂς γένη,
καὶ ἡ Θρησκεία κι ἡ Ἐλευθεριὰ
μ᾿ ἀργοπάτημα ἂς πηγαίνῃ
μεταξύ τους, καὶ ἂς μετρᾷ.
116
Ἕνα λείψανο ἀνεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι ἄλλο ξάφνου κατεβαίνει
καὶ δὲν φαίνεται καὶ πλιό.
117
Καὶ χειρότερα ἀγριεύει
καὶ φουσκώνει ὁ ποταμός·
πάντα πάντα περισσεύει
πολυφλοίσβισμα καὶ ἀφρός.
118
Ἄ! γιατί δὲν ἔχω τώρα
τὴ φωνὴ τοῦ Μωυσῆ;
Μεγαλόφωνα, τὴν ὥρα
ὅπου ἐσβηοῦντο οἱ μισητοί,
119
τὸν Θεὸν εὐχαριστοῦσε
στοῦ πελάου τὴ λύσσα ἐμπρός,
καὶ τὰ λόγια ἠχολογοῦσε
ἀναρίθμητος λαός·
120
ἀκλουθάει τὴν ἁρμονία
ἡ ἀδελφή του Ἀαρών,
ἡ προφήτισσα Μαρία,
μ᾿ ἕνα τύμπανο τερπνόν,12
121
καὶ πηδοῦν ὅλες οἱ κόρες
μὲ τς ἀγκάλες ἀνοικτές,
τραγουδώντας, ἀνθοφόρες,
μὲ τὰ τύμπανα κι ἐκειές.
122
Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψη
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψη,
ποῦ μὲ βία μετράει τὴ γῆ.
123
Εἰς αὐτήν, εἶν᾿ ξακουσμένο,
δὲν νικιέσαι ἐσὺ ποτέ·
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
124
Τὸ στοιχεῖον αὐτὸ ξαπλώνει
κύματ᾿ ἄπειρα εἰς τὴ γῆ,
μὲ τὰ ὁποῖα τὴν περιζώνει
κι εἶναι εἰκόνα σου λαμπρή.
125
Μὲ βρυχίσματα σαλεύει,
ποὺ τρομάζει ἡ ἀκοὴ
κάθε ξύλο κινδυνεύει
καὶ λιμιώνα ἀναζητεῖ.
126
Φαίνετ᾿ ἔπειτα ἡ γαλήνη
καὶ τὸ λάμψιμο τοῦ ἡλιοῦ,
καὶ τὰ χρώματα ἀναδίνει
τοῦ γλαυκότατου οὐρανοῦ.
127
Δὲν νικιέσαι, εἶν᾿ ξακουσμένο,
στὴν ξηρὰν ἐσὺ ποτὲ
ὅμως, ὄχι, δὲν εἶν᾿ ξένο
καὶ τὸ πέλαγο γιὰ σέ.
128
Περνοῦν ἄπειρα τὰ ξάρτια,
καὶ σὰν λόγγος στριμωχτὰ
τὰ τρεχούμενα κατάρτια,
τὰ ὁλοφούσκωτα πανιά.
129
Σὺ τὲς δύναμές σου σπρώχνεις,
καὶ ἀγκαλὰ δὲν εἶν᾿ πολλές,
πολεμώντας ἄλλα διώχνεις,
ἄλλα παίρνεις, ἄλλα καῖς
130
μὲ ἐπιθύμια νὰ τηράζῃς
δυὸ μεγάλα σὲ θωρῶ,13
καὶ θανάσιμον τινάζεις
ἐναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αὐξαίνει, κοκκινίζει
καὶ σηκώνει μία βροντή,
καὶ τὸ πέλαο χρωματίζει
μὲ αἱματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ᾿ ὅλοι οἱ πολεμάρχοι
καὶ δὲν μνέσκει ἕνα κορμί·
χάρου, σκιὰ τοῦ Πατριάρχη,
ποῦ σ᾿ ἐπέταξεν ἐκεῖ.
133
Ἐκρυφόσμιγαν οἱ φίλοι
μὲ τ᾿ς ἐχθρούς τους τὴ Λαμπρή,
καὶ τοὺς ἔτρεμαν τὰ χείλη
δίνοντάς τα εἰς τὸ φιλί.
134
Κειὲς τὲς δάφνες ποὺ ἐσκορπίστε14
τώρα πλέον δὲν τὲς πατεῖ,
καὶ τὸ χέρι ὅπου ἐφιλῆστε
πλέον, ἅ! πλέον δὲν εὐλογεῖ.
135
Ὅλοι κλαῦστε· ἀποθαμένος
ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησιᾶς·
κλαῦστε, κλαῦστε κρεμασμένος
ὡσὰν νἄτανε φονιάς.
136
Ἔχει ὁλάνοιχτο τὸ στόμα
π᾿ ὦρες πρῶτα εἶχε γευθεῖ
τ᾿ Ἅγιον Αἷμα, τ᾿ Ἅγιον Σῶμα·
λὲς πὼς θενὰ ξαναβγῇ
137
ἡ κατάρα ποὺ εἶχε ἀφήσει
λίγο πρὶν νὰ ἀδικηθῇ
εἰς ὁποῖον δὲν πολεμήσῃ
καὶ ἠμπορεῖ νὰ πολεμῇ.
138
Τὴν ἀκούω, βροντάει, δὲν παύει
εἰς τὸ πέλαγο, εἰς τὴ γῆ,
καὶ μουγκρίζοντας ἀνάβει
τὴν αἰώνιαν ἀστραπή.
139
H καρδιὰ συχνοσπαράζει…
Πλὴν τί βλέπω; Σοβαρὰ
νὰ σωπάσω μὲ προστάζει
μὲ τὸ δάκτυλο ἡ θεά.
140
Κοιτάει γύρω εἰς τὴν Εὐρώπη
τρεῖς φορὲς μ᾿ ἀνησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀρχινᾷ:
141
«Παλληκάρια μου! οἱ πολέμοι
γιὰ σᾶς ὅλοι εἶναι χαρά,
καὶ τὸ γόνα σας δὲν τρέμει
στοὺς κινδύνους ἐμπροστά.
142
»Ἀπ᾿ ἐσᾶς ἀπομακραίνει
κάθε δύναμη ἐχθρική·
ἀλλὰ ἀνίκητη μιὰ μένει
ποὺ τὲς δάφνες σας μαδεῖ.
143
»Μία, ποὺ ὅταν ὡσὰν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι ἀπὸ τὴ νίκη,
ἄχ! τὸν νοῦν σας τυραννεῖ.
144
»H Διχόνια, ποὺ βαστάει
ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερὴ
καθενὸς χαμογελάει,
πάρ᾿ το, λέγοντας, κι ἐσύ.
145
»Κειὸ τὸ σκῆπτρο ποὺ σᾶς δείχνει,
ἔχει ἀλήθεια ὡραῖα θωριά·
μὴν τὸ πιᾶστε, γιατὶ ρίχνει
εἰσὲ δάκρυα θλιβερά.
146
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ῾πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.
147
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».
148
»Τέτοια ἀφήστενε φροντίδα·
ὅλο τὸ αἷμα ὁποὺ χυθῇ
γιὰ θρησκεία καὶ γιὰ πατρίδα,
ὅμοιαν ἔχει τὴν τιμή.
149
»Στὸ αἷμα αὐτό, ποὺ δὲν πονεῖτε,
γιὰ πατρίδα, γιὰ θρησκειά,
σᾶς ὁρκίζω, ἀγκαλιασθῆτε
σὰν ἀδέλφια γκαρδιακά.
150
»Πόσον λείπει, στοχασθῆτε,
πόσο ἀκόμη νὰ παρθῇ
πάντα ἡ νίκη, ἂν ἑνωθῆτε,
πάντα ἐσᾶς θ᾿ ἀκολουθῇ.
151
»Ὢ ἀκουσμένοι εἰς τὴν ἀνδρεία!…
Καταστῆστε ἕνα σταυρὸ
καὶ φωνάξετε μὲ μία:
Βασιλεῖς, κοιτάξτ᾿ ἐδῶ.
152
»Τὸ σημεῖον ποὺ προσκυνᾶτε
εἶναι τοῦτο, καὶ γι᾿ αὐτὸ
ματωμένους μας κοιτᾶτε
στὸν ἀγῶνα τὸ σκληρό.
153
»Ἀκατάπαυστα τὸ βρίζουν
τὰ σκυλιὰ καὶ τὸ πατοῦν
καὶ τὰ τέκνα του ἀφανίζουν
καὶ τὴν πίστη ἀναγελοῦν.
154
»Ἐξ αἰτίας του ἐσπάρθη, ἐχάθη
αἷμα ἀθῷο χριστιανικό,
ποὺ φωνάζει ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς νυκτός: «Νὰ ῾κδικηθῶ».
155
»Δὲν ἀκοῦτε ἐσεῖς εἰκόνες
τοῦ Θεοῦ, τέτοια φωνή;
Τώρα ἐπέρασαν αἰῶνες
καὶ δὲν ἔπαυσε στιγμή.
156
»Δὲν ἀκοῦτε; εἰς κάθε μέρος
σὰν τοῦ Ἄβελ καταβοᾶ·
δὲν εἶν᾿ φύσημα τοῦ ἀέρος
ποῦ σφυρίζει εἰς τὰ μαλλιά.
157
»Τί θὰ κάμετε; θ᾿ ἀφῆστε
νὰ ἀποκτήσωμεν ἐμεῖς
Λευθεριὰν, ἢ θὰ τὴν λῦστε
ἐξ αἰτίας Πολιτικῆς;
158
»Τοῦτο ἀνίσως μελετᾶτε,
ἰδού, ἐμπρός σας τὸν Σταυρό·
Βασιλεῖς! ἐλᾶτε, ἐλᾶτε,
καὶ κτυπήσετε κι ἐδῶ».

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Από το βιβλίο «Γκέμμα» του Δημήτρη Λιαντίνη «Ο Ελληνοέλληνας»

«Γειά σου, μάνα μου Ελλάς, είμαι κλεφτοφουκαράς».

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Αράκυνθος ή Ζυγός




ΑΡΑΚΥΝΘΟΣ Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΧΕΙ ΛΗΦΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΑΣΕΛΑ

Ο Αράκυνθος ή Ζυγός είναι βουνό του νομού Αιτωλοακαρνανίας, νότια της λίμνης Τριχωνίδας. Έχει υψόμετρο 984 μέτρων. Στον Αράκυνθο βρίσκεται το στενό φαράγγι της Κλεισούρας μέσω του οποίου συνδέονται η περιοχή του Μεσολογγίου με την περιοχή του Αγρινίου.
Οικισμοί στις πλαγιές του Αράκυνθου είναι τα Ελληνικά, Άνω Κεράσοβο, Κάτω Κεράσοβο, τα Άνω Μούσουρα, τα Κάτω Ρετσίνα, το Άνω Κουδούνι η Χούνιστα κ.α. Το βουνό καλύπτει μεγάλο τμήμα των πρώην δήμων Αρακύνθου, Μακρυνείας και Μεσολογγίου.Ακόμα το ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου (Μούσουρα) όπου βρίσκονταν το παλιό χωριό (Παλιοχώρι) των Μουσούρων  τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κατά την οποία καταστράφηκε.

ΑΡΑΚΥΝΘΟΣ Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΧΕΙ ΛΗΦΘΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ

Ο Αράκυνθος είναι κατάφυτος από κέδρα και πουρνάρια. Ανάμεσα τους ζουν αγριογούρουνα, ελάφια, σκίουροι, χελώνες και άλλα άγρια ζώα. Επίσης αρκετά είδη ερπετών και πτηνών όπως ο αετός. Για την μεγάλη του οικολογική σημασία, ο Αράκυνθος μαζί με το φαράγγι της Κλεισούρας είναι ενταγμένος στο δίκτυο Φύση 2000

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΜΟΥΣΟΥΡΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ- HD - ΣΚΟΥΛΑΣ - ΗΛΙΟΣ - ΘΕΟΣ

ΨΑΡΑΝΤΩΝΗΣ @ ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ - ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ - HD - Τραγούδι βασισμένο στην γνωστή παραλογή του "άρρωστου ναύτη"

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ - ΣΥΒΙΣΤΑ

Στη δυτική πλευρά του Αράκυνθου είναι χτισμένο το χωριό Συβίστα (μέχρι το 1928) που μετονομάστηκε σε Ελληνικά
Σήμερα αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Μεσολογγίου
με 480 κατοίκους (2001),και απαρτίζεται απο δύο οικισμούς
τα Ελληνικά σε υψόμετρο 720μέτρα, 216 κατοίκους και τα
Κάτω Ελληνικά σε υψόμετρο 560μέτρα , 264 κατοίκους.


Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

Κωστῆς Παλαμᾶς


Το 1912, δημοσιεύει την ποιητική συλλογή «Καημοί της λιμνοθάλασσας», που προέρχεται από τα νεανικά βιώματά του, όταν ζούσε στην Ιερή Πολιτεία.

Μια πίκρα
Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τάζησα
κοντά στ’ ακρογιάλι,
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.
Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
και βλέπω τα ονείρατα κι’ ακούω τα μιλήματα
των πρώτων μου χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι,
στενάζει, καρδιά μου, το ίδιο αναστέναγμα:
Να ζούσα και πάλι
Στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
στην θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.
Μια μάνα είν’ η μοίρα μου, μια μάνα είν’ η χάρη μου,
δεν γνώρισα κι άλλη:
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη
και σαν ωκεανός ανοιχτή και μεγάλη.
Και να! μες τον ύπνο μου την έφερε τόνειρο
κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη,
τη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη.
Κι εμέ, τρισαλίμονο, μια πίκρα με πίκρανε,
μια πίκρα μεγάλη,
και δε μου τη γλύκαινες, πανώριο ξαγνάντεμα
της πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ακρογιάλι.
Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
και ποια ανεμοζάλη,
που δεν μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα, κοντά στ’ ακρογιάλι,
Μια πίκρα είν’ αμίλητη, μια πίκρα είν’ ανεξήγητη,
μια πίκρα μεγάλη,
η πίκρα που είν’ άσβηστη και μες τον παράδεισο
των πρώτων μας χρόνων κοντά στ’ ακρογιάλι.
(Καημοί της Λιμνοθάλασσας)

Διονύσιος Σολωμός - Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι

Διονύσιος Σολωμός - Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι



Διονύσιος Σολωμός

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι





I

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;

οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».


II

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,

κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

................................................................................

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».


III

«Σάλπιγγα, κοψ’ του τραγουδιού τα μάγια με <τή> βία,
γυναικός, γέροντος, παιδιού, μήν κόψουν την αντρεία».

Χαμένη, αλίμονο, κι οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και καθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
τ' αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο,
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε καί ξάστερον αέρα·

τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.


IV

Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το Χάρο, λέει των Ελλήνων: «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος». Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδεί τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μεσ’ από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμει πολλή ώρα.


V

. . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη
σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι οί βράχοι,

και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,

κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν εβγούν τ' αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,
κι οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται καί λένε:
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς, μολύβι,

πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι».


VI

- «Κρυφή χαρά ΄στραψε σ΄ έσέ· κάτι καλο ΄χει ο νους σου·
πές, να το ξεμυστηρευτείς θες τ’ άδελφοποιτού σου;».

-«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ’ το λέω:
Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.

Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα.

Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείσει, αλλά μία άλλη τής ειπε: "Όχι, παιδί μου· άφησε νά ΄μπει η μυρωδιά απο τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε".
Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο.

Και η πρώτη είπε: "Και το αεράκι μας πολεμάει".
Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.
Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ' ονειρό της.

Και μία είπε: "Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποιά μικρά, ποιά μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή".

Και μία δεύτερη είπε:


Εγώ 'δα δάφνες. - Κι εγώ φως ..............................

- Κι εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.

Και αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πού ΄χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: "Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τή θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα". Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγυρίσαν με αγάπη το παιδί της πού 'χε ξεψυχήσει.

Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, καί λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ' αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερη ώρα.
Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ' από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος;».


VII

Εχαμογέλασε πικρά κι ολούθενε κοιτάζει·

κι ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν:

-«Εκεί 'ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·

με τ' άρματ' όλα βρόντησα τυφλός τού κόπου χάμου.

Φωνή 'πε: "Ο δρόμος σου γλυκός καί μοσχοβολισμένος·

στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος·

παλληκαρά καί μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!

Άκου, νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ' όνομά σου!

Τούτος, αχ, που 'ν' ο δοξαστός κι η θεϊκιά θωριά του;

Η αγκάλη μ' έτρεμ' ανοιχτή κατά τα γόνατά του".

Έριξε χάμου τα χαρτιά με τσ' είδησες του κόσμου

η κορασιά τρεμάμενη ................................

Χαρά της έσβιε τη φωνή που 'ν' τώρα αποσβημένη·

άμε, χρυσ' όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη!

Εδώ 'ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,

πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι εγ' όλη την πνοή μου·

τα λίγα απομεινάρια της πείνας καί τσ' αντρείας,

............................................................................

που μ' έκραξαν μ' απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα,

γκόλφι να τα 'χω στο πλευρό και να τα βγάλω περα.

Δρόμο αστραφτά να σχίσω τους σ'εχθρούς καλά θρεμμένους,

σ' εχθρούς πολλούς, πολλ' άξιους, πολλά φαρμακωμένους·

να μείνεις, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·

η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.

Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,

όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες».


VIII

Και συχνά του 'π' η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:

«Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια,

μάνα καλή παληκαριών, και κάμε τη δική σου.

Αιώνια ήθελ' ήτανε ο πόνος κι η ντροπή μου!».


IX

Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει·

ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.

Στά μάτια καί στο πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους·

τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.

Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·

τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.

Γλυκειά κι ελεύθερ' η ψυχή σα νά 'τανε βγαλμένη,

κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.


XII

Ιδού, σεισμός καί βροντισμός, κι εβάστουναν ακόμα,
που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα·
κι εσκίστη αμέσως, κι έβαλε στης Μάνας τα ποδάρια,
της πείνας, του <μαρτύριου> τα λίγα απομεινάρια·
τ' απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
τα γόνατα και τα σπαθιά τα 'ματοκυλισμένα.



ΑΠΟ ΤΟ Γ' ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

I

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,

κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου

με λογισμό και μ' όνειρο, τι χάρ' έχουν τα μάτια,

τα μάτια τούτα, να σ' ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,

που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια

(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!

Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·

ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πόχει,

που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη 'ναι κρυμμένα!

Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου,

κι ευθύς εγώ τ' ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;

Δόξα 'χ' η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.


II

Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,

και σα θολώσουν τα νερά, και τ' άστρα σαν πληθύνουν,

ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νούς, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου!

Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,

κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!

Αθάνατή 'σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ήσυχάζεις;».

Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τουτά 'π' ο ξένος ναύτης.

Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,

και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους

ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.

(Παραλλαγή)

Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,

κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν πληθύνουν τ' άστρα,

ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.

Γέρος μακριά, π' απίθωσε στ' αγκίστρι τη ζωή του,

το πέταξε, τ' αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου!

Πέλαγο μέγ', αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι·

σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν!

Αθάνατή 'σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;».


IV

Αλλ' ήλιος, αλλ' αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,

από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,

ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα

τα παλληκάρια τα καλά, μ' απάνου τή σημαία,

που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει

παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας.

Κι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χεροκροτούσε·

κάθε φωνή κινούμενη κατά το φώς μιλούσε,

κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:

«Όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!».


V

Και τώρα δα, τ' αράθυμο πάτημ΄ αργοπορώντας,

κατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,

σφίγγει στενά τη σπάθα του στο λαβωμένο στήθος,

που μέσα αγρίκα την ψυχή μεγάλη και τη θλίψη.


VI

Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,

και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους

ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,

χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,

κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ' γή, σ' ουρανό, σε κυμα.

Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητό 'ναι κι άσπρο,

ακίνητ' όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ' ως τον πάτο,

με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

που 'χ' ευωδίσει τσ' ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.

- «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες;».

- «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

ουδ' όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στη λίμνη,

μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».


VIII

«Άγγελε, μόνο στ' όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ' όνομ' Αυτού που σ' τα 'πλασε, τ' αγγειό τσ' ερμιάς τα θέλει.

Ιδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,

χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!

Τα θέλω γω, να τα 'χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,

εδώ π' αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».


XII

Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες

γύρου στη φλόγα π' άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν

μ' αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,

ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·
και γγιζ' η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.

Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.

Είν' έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν

εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.

Τουφέκια τούρκικα, σπαθιά

το ξεροκάλαμο περνά.